ἀστεμφής

ἀστεμφής
Grammatical information: adj.
Meaning: `unmoved, unshaken' (Il.).
Other forms: Adv. ἀστεμφέως (Od.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unclear. One assumes a noun *στέμφος or a verb *στέμφω `press', but these are not known; cf. perhaps στόμφος and στέμβω; prob. not στέμφυλα (q.v.). PIE roots are also very difficult, Pok. 1012 *stebh-, 1021 *stem- with various meanings. The ἀ- would be copulative or privative! (Bechtel Lex.)
Page in Frisk: 1,170

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αστεμφής — ἀστεμφής, ές (Α) [στέμβω] Ι. 1. αμετακίνητος, αδιάσειστος 2. (για πρόσ.) άκαμπτος σκληρός 3. μτφ. αμετάπειστος, αδιάλλακτος II. (το ουδ. στον εν. ως επίρρ.) ἀστεμφές σκληρά, άκαμπτα …   Dictionary of Greek

  • ἀστεμφής — unmoved masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφῆ — ἀστεμφής unmoved neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀστεμφής unmoved masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀστεμφής unmoved masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφεῖ — ἀστεμφής unmoved masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀστεμφής unmoved masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφεῖς — ἀστεμφής unmoved masc/fem acc pl ἀστεμφής unmoved masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφέα — ἀστεμφής unmoved neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀστεμφής unmoved masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφές — ἀστεμφής unmoved masc/fem voc sg ἀστεμφής unmoved neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφοῦς — ἀστεμφής unmoved masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφέας — ἀστεμφής unmoved masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφέσιν — ἀστεμφής unmoved masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεμφέως — ἀστεμφής unmoved adverbial (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.